...από τον homo universalis στον homo economicus.
Το Πανεπιστήμιο ως
θεσμός δε συνδέθηκε ποτέ ολοκληρωτικά
με τα συμφέροντα μιας κυρίαρχης κοινωνικής
τάξης. Η γέννησή του, τα απελευθερωτικά
χαρακτηριστικά που -κατά καιρούς-
εξέφρασε, αλλά και το πεδίο δραστηριοποίησής
του (ανθρώπινη γνώση), αποτελούν πειστήρια
της ανατρεπτικής και ριζοσπαστικής
σκέψης που αναπτύχθηκε στα πλαίσια της
πανεπιστημιακής κοινότητας. Σκοπός
αυτού του κειμένου είναι μία εισαγωγική
ματιά στον ιστορικό ρόλο και την εξέλιξη
του πανεπιστημίου.
Αν πρέπει να εντοπίσουμε
κάπου την απαρχή της συστηματικής
εκπαίδευσης θα επιλέγαμε την ακαδημία
του Πλάτωνα (385 π.Χ), ως αποτέλεσμα της
πρώτης –ιστορικά- κοινωνίας, που ήρθε
σε ρήξη με την ετερονομία[1]. Ο όρος
«ακαδημία», χρησιμοποιήθηκε επίσης για
την αναφορά σε εκπαιδευτικά ιδρύματα
στην Κίνα, την Ινδία και την Περσία, που
λειτούργησαν μέχρι το διάστημα του 9ου
ή 10ου αι. μ.Χ. προοικονομώντας την εμφάνιση
των πανεπιστημίων.
Το «πανεπιστήμιο» κατά
τους προμεσαιωνικούς χρόνους διακρίνεται
σε δύο τύπους ιδρυμάτων ανώτερης
εκπαίδευσης: το ίδρυμα με ακαδημαϊκές
βαθμίδες (Al Karaouine – Ισλαμικά ιδρύματα)
και την κοινότητα διδασκάλων και μαθητών
[universitas magistrorum et scholarium](Κωνσταντινούπολη,
Salerno – ελεγχόμενα κυρίως από την
Εκκλησία). Ωστόσο το μεσαιωνικό
πανεπιστήμιο παίρνει τα βασικά
χαρακτηριστικά του -συνδυάζοντας τους
παραπάνω τύπους- μετά την ίδρυση του
πανεπιστημίου της Μπολόνια (1088) και των
πανεπιστημίων της κεντρικής Ευρώπης
και της Αγγλίας στους επόμενους δύο
αιώνες.
Η συντεχνιακή δόμηση
του μεσαιωνικού κοινωνικού ιστού κάνει
εμφανή την ανάγκη της καθολικής μόρφωσης,
την ικανοποίηση της οποίας επωμίζεται
η universitas. Είναι σημαντικό να γίνει
κατανοητό ότι το πανεπιστήμιο δεν ήταν
αυτονομημένο από τη μεσαιωνική κοινωνία.
Αντίθετα, νοούνταν κυρίως σαν μια
συλλογικότητα η οποία επηρεαζόταν από
αυτή και την ανατροφοδοτούσε. Μέσα από
αυτή την πολύπλοκη κοινωνική σχέση-συνθήκη
αναδύθηκε ξανά το πρόταγμα της κοινωνικής
και της ατομικής αυτονομίας. Έτσι η –εκ
νέου- ανακάλυψη του ρωμαϊκού δικαίου,
του Αριστοτέλη, της αρχαιοελληνικής
κληρονομιάς, διαδραμάτισαν σημαντικό
ρόλο στη διεκδίκηση της ελευθερίας των
πόλεων και στην εμφάνιση του κινημάτων
του αναγεννησιακού ουμανισμού, της
μεταρρύθμισης και τελικά του διαφωτισμού.
Αξίζει να επισημανθεί
η διαρκής πάλη μεταξύ του ελευθεριακού
πνεύματος και του σκοταδισμού, η οποία
πρωταγωνίστησε μέχρι τον 18ο αιώνα.
Σε όλο αυτό το διάστημα η πανεπιστημιακή
κοινότητα και το συλλογικό φαντασιακό,
το οποίο εκπροσωπούσε, βρισκόταν σε
διαρκή σύγκρουση με την θεσμισμένη
εξουσία. Πιο συγκεκριμένα η ανάδειξη
του homo universalis, του αυτεξούσιου, της
κριτικής σκέψης για την αποκατάσταση
της ύλης και του φιλοσοφικού στοχασμού,
αντιστεκόταν στην παπική, εκκλησιαστική
ή αυτοκρατορική εξουσία. Από τις οδομαχίες
του Παρισιού του 1229 για την (χωροταξική
και διανοητική) αυτονομία του πανεπιστημίου,
μέχρι τα βασανιστήρια της Ιεράς Εξέτασης
(η φλόγα της οποίας έκαιγε -κυριολεκτικά-
σ’ όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα), ο
αγώνας της νόησης για τον ορθολογισμό
ήταν κάτι παραπάνω από δύσκολος.
Το κίνημα του διαφωτισμού
έδωσε τέλος στις μεσαιωνικές κοινωνικές
δομές, έχοντας ως απότοκο την άνοδο στην
εξουσία της αστικής τάξης και τη
βιομηχανική επανάσταση. Στα τέλη του
18ου και στις αρχές του 19ου
αι. τα πανεπιστήμια της Γαλλίας και της
Γερμανίας παρουσιάζουν δύο βασικά
ακαδημαϊκά πρότυπα έρευνας, με το
γερμανικό (Humboldtian model) και πιο φιλελεύθερο[2]
να είναι επικρατέστερο. Πρόκειται για
την περίοδο στην οποία τα επιστημονικά
πεδία διευρύνονται και το πανεπιστήμιο
προσαρμόζεται στο πλαίσιο του καπιταλισμού,
προαγγέλλοντας το τέλος της universitas όπως
την ξέρουμε. Η κυρίαρχη πλέον αστική
τάξη επιθυμεί να αυξήσει την εξουσία
της, γεγονός που συμπεραίνεται και από
τη δυναμική του κοινωνικού ανταγωνιστικού
κινήματος στη διάρκεια του 19ου
αιώνα. Μπορεί η βιομηχανική επανάσταση
να αποτελεί τη συνέχεια του εργασιακού
μεσαίωνα, ωστόσο στα τέλη του αιώνα οι
αυξημένες ανάγκες της παραγωγής,
«επιβάλλουν» την εκπαίδευση και την
ειδίκευση των εργαζομένων.
Κάπως έτσι, στις αρχές
του προηγούμενου αιώνα το πανεπιστήμιο
μαζικοποιείται και το αντικείμενο
σπουδών ειδικεύεται. Η πανεπιστημιακή
κοινότητα προσαρμόζει το πρόγραμμα
σπουδών στις απαιτήσεις της βιομηχανικής
παραγωγής και ο χρόνος φοίτησης
συρρικνώνεται. Ο διαχωρισμός
κοινωνίας-πανεπιστημίου δεν οφείλεται
πλέον στον ταξικό χαρακτήρα του
πανεπιστημίου, αφού τα οικονομικά
ανίσχυρα στρώματα καλύπτονται από τα
νεοϊδρυθέντα κρατικά πανεπιστήμια. Η
αλλοτρίωση της σύγχρονης (και της
σημερινής) πανεπιστημιακής κοινότητας
επέρχεται από τον συνεχή επιμερισμό
της γνώσης, που υποδηλώνει μια ακόμη
αντίφαση του καπιταλιστικού «ορθολογισμού»:
ενώ τα πανεπιστήμια του μεσαίωνα
γεννήθηκαν ως αντίδραση στις επαγγελματικές
συντεχνίες, τα σημερινά πανεπιστήμια
λειτουργούν ως εστίες επαγγελματικής
κατάρτισης και επίδειξης δεξιοτήτων.[3]
Έτσι φτάνοντας στο
1988, 900 χρόνια μετά την ίδρυσή του, στο
πανεπιστήμιο της Bologna υπογράφεται η
Magna Carta Universitatum και ξεκινά η ομώνυμη
διαδικασία για τη νεοφιλελεύθερη
μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης,
η οποία δείχνει στην κατεύθυνση της
μετατροπής των πανεπιστημίων σε
επιχειρήσεις εφήμερης εξειδίκευσης
υψηλού κέρδους. Όλα αυτά αποτελούν το
επίσημο τέλος της universitas. Η
(υπερ)εξειδίκευση[4], η μονομέρεια[5] και
η ενταντικοποίηση
των σπουδών, η δια
βίου κατάρτιση για τη βελτίωση της
παραγωγικότητας[7], είναι η θλιβερή
πραγματικότητα στους πανεπιστημιακούς
χώρους. Ακόμα χειρότερα φαίνονται τα
πράγματα όταν οι αριθμοί παίρνουν το
λόγο. Σύμφωνα με τον επενδυτικό κολοσσό
Merrill Lynch ο παγκόσμιος τζίρος για την
ανώτερη εκπαίδευση υπερβαίνει τα 2,3
τρις € (προ του 2005), ενώ προβλέπεται το
ποσό αυτό να αυξηθεί δραματικά από την
παγκόσμια ιδιωτικοποίηση της ανώτερης
εκπαίδευσης.
Κάπου εδώ, ολοκληρώνοντας,
ας απομακρυνθούμε από το μικρόκοσμο
του πανεπιστημίου και ας συλλογιστούμε
τις επιλογές και τις συνέπειες των
νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, που
επήλθαν ταυτόχρονα με τις μεταρρυθμίσεις
στην εκπαίδευση. Εργασία, υγεία, ασφάλιση,
περιβάλλον, τεχνολογία, έρευνα και άλλοι
τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας τείνουν να αναδιαρθρωθούν πλήρως.
Οι κατακτήσεις των κοινωνικών αγώνων
διακυβεύονται καθημερινά. Η μετάβαση
από την ανθρωποκεντρική θεώρηση της
κοινωνίας του homo universalis, στην
εμπορευματοκεντρική του homo economicus γίνεται
πραγματικότητα.
Σημειώσεις
[1] – Ετερονομία, το
αντίθετο της αυτονομίας, όπως το εντόπισε
ο Κορνήλιος Καστοριάδης αναφορικά
με την κοινωνικο-ιστορική δημιουργία
που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην
Αρχαία Ελλάδα. Το πρόταγμα της αυτονομίας
θέτει την απαίτηση μιας ρητής αυτοθέσμισης
της κοινωνίας, που συναρτάται με την
ισοκατανομή των εξουσιών (πολιτική,
οικονομική). Με βάση τη δημιουργία νόμων
και ξεχωριστών βίων (π.χ. οίκος (ιδιωτικός
βίος), αγορά(δημόσιος-ιδιωτικός) και
εκκλησία του Δήμου(δημόσιος))που έλαβαν
χώρα στην αρχαία Αθήνα, οι
άνθρωποι αποφασίζουν να επωμιστούν τη
μοίρα τους και να διαμορφώσουν τη ατομική
και συλλογική τους ύπαρξη. Φυσικά
ούτε η εμφάνιση της αυτονομίας στην
αρχαιότητα, ούτε η ανάγκη επανεμφάνισής
της σε έναν φεουδαρχικό μεσαίωνα δεν
αποτελούν πρότυπα αυτονομίας.
[2] – Το Γερμανικό πρότυπο
(Humboldtian model) ορίστηκε από τον Wilhelm von
Humboldt και βασίστηκε σε φιλελεύθερες
ιδέες προτείνοντας ακαδημαϊκή ελευθερία,
σεμινάρια και εργαστήρια στα πανεπιστήμια.
Το πρώτο πανεπιστήμιο του Ελληνικού
κράτους γεννήθηκε επί της γερμανικής
βασιλείας σύμφωνα με το γερμανικό
πρότυπο, αλλά δεν είχε καμία σχέση με
την αμφισβήτηση, αφού στηριζόταν στην
ελληνοχριστιανική παράδοση και όχι
στην κληρονομιά του διαφωτισμού.
[3] - Ό,τι ουσιώδες
παράγεται σε επιστημονικό ερευνητικό
επίπεδο και σε επίπεδο παιδείας είναι
πλέον εξωπανεπιστημιακό αποτέλεσμα.
Δυστυχώς ή ευτυχώς οι εξαιρέσεις
βρίσκονται για να επαληθεύουν τον
κανόνα.
[4] – Ενδεικτικά αναφέρουμε
τα μαθήματα που διδάσκονταν μεταξύ των
μελών των πρώτων πανεπιστημιακών
κοινοτήτων: γραμματεία, ρητορική,
διαλεκτική, λογική, αριθμητική, γεωμετρία,
μουσική, αστρονομία, φυσική και φιλοσοφία.
Σήμερα η βασική δευτεροβάθμια εκπαίδευση
στερείται της παρουσίασης ή έστω
σκιαγράφησης της ύπαρξης αυτής της
επιστημονικής ευρύτητας.
[5] – Η μονομέρεια των
απόψεων που αντηχούν στα ακαδημαϊκά
ιδρύματα είναι σχεδόν ολοκληρωτική. Αν
παρατηρήσουμε στην ΑΣΟΕΕ -πέραν των
τμημάτων χωρίς νόημα (τουλάχιστον
επιστημονικό) ύπαρξης- το οικονομικό
τμήμα έχει την μαρξιστική οικονομική
ως “ελεύθερο επιλογής”, ενώ το τμήμα
πληροφορικής δεν κάνει λόγο(ή συχνά και
χρήση) για την κοινότητα ελεύθερου
λογισμικού και τα προϊόντα της. Τέτοια
παραδείγματα μπορούν να βρεθούν σ' όλα
τα τμήματα και τις σχολές.
– Η διαδικασία της
Μπολόνια προωθεί την ενσωμάτωση του
συστήματος “3-2-3”, που σημαίνει 3 χρόνια
Bachelor, 2 Master και 3 Doctoral. Κοιτάζοντας την
μεσαιωνική ιστορία της universitas θα
παρατηρήσουμε ότι χρειαζόταν 6χρόνια
για το προπτυχιακό επίπεδο και μέχρι
12 για το διδακτορικό/ερευνητικό.
Αντιρρήσεις στην παρούσα εντατικοποίηση
υπάρχουν και από μέλη ιστορικών
πανεπιστημίων (περισσότερα, μπορούν να
ειπωθούν και από την τελευταία συνάντηση
του Coimbra group).
[7] – Κάπου εδώ ανακαλώ το γράμμα της
πρωτοχρονιάς του πρύτανη κ.Πραστάκου
σχετικά με τις λύσεις στους “καιρούς
χαλάρωσης της κοινωνικής συνοχής”:
αύξηση της παραγωγικότητας και ενίσχυση
των μικρομεσαίων αφεντικών.
Links/References
Μπροσούρα της ΑΚ ("Για ένα ελεύθερο πανεπιστήμιο, σε μία ελεύθερη κοινωνία").
Wikipedia [1], [2], [3], [4], [5], [6].
Το περιεχόμενο αυτού του κειμένου δεν είναι στατικό. Ιδέες, σκέψεις και πηγές για περαιτέρω συζήτηση είναι καλοδεχούμενες.